ekeino_pou_leipei




Τα βήματά της την οδήγησαν στις όχθες του Τάμεση, εκεί όπου τόσο της άρεσε να περπατάει. Λάτρευε το νερό, είχε κάτι από την ψυχή της, τη μια στιγμή αναστατωμένο, την άλλη γαλήνιο, στην επιφάνειά του όμως μονάχα, αλλά στο βάθος του η ακατάπαυστη φυγή κι η αιώνια αναζήτηση του Άλλου, του Άγνωστου, του Άπιαστου, του Ονείρου... Και τούτο το πρωινό τα σύννεφα είχαν βουτήξει στο ποτάμι και το είχαν ζωγραφίσει ολάκερο ένα γκρίζο ταξιδιάρικο σύννεφο. «Με νιώθεις, είσαι κι εσύ τόσο μόνο, τόσο θλιμμένο, όσο κι εγώ. Μα, να, θα καθίσω εδώ να σου κρατήσω συντροφιά». Σκαρφάλωσε σε ένα πεζούλι κι αγκάλιασε με τα χέρια της τα γόνατά της. Ήταν επικίνδυνα εκεί, μια απότομη κίνηση θα μπορούσε να τη ρίξει στο νερό. Όμως δεν έμοιαζε να τη νοιάζει, αντίθετα ένα ηδονικό ρίγος διαπερνούσε το κορμί της σε τούτη τη σκέψη, μια άγρια χαρά. «Μακάρι να έπεφτα. Ξέρω πως ποτέ δεν θα ’βρισκα το θάρρος μόνη, γι’ αυτό μακάρι απλά να με παρέσυρε ο άνεμος κι ύστερα να με τύλιγαν τα μαύρα νερά μες στην αγαπημένη, ήρεμη σιωπή τους». Αθέλητα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. «Τότε ο πατέρας μου ίσως θυμόταν πως έχει παιδί, ίσως ένιωθε ακόμα και τύψεις. Κι η μαμά θα έπαυε επιτέλους να ασχολείται με το υδρομασάζ. Κι η Ντόρα θα ’λεγε στον Άγγελο πως για ’κείνον έπεσα στο νερό, θα του ’λεγε πόσο τον αγαπούσα. Ίσως είναι κι ο μοναδικός τρόπος για να το μάθει»…

 
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 3 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 3 από 3